Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2024

Ο μεγαλύτερος συγγραφέας όλων των εποχών – Άγγελος Χ. Μπατουδάκης ~ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

 

Aπολαμβάνοντας διαδικτυακή λογοτεχνία με αφιέρωμα σ΄έναν σημαντικό λογοτέχνη που μας πρόσφερε απλόχερα μια εξαιρετική γραφή κι ένα μυθιστόρημα που θα αγγίξει τις καρδιές σας …

Καλή ανάγνωση στο βιβλίο του εξαιρετικού Άγγελου Μπατουδάκη , που κάθε Κυριακή σας κρατάει την καλύτερη συντροφιά  και σας ταξιδεύει  σε εποχές , εικόνες και ιστορίες με δυνατή πλοκή …

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

Ο ανθρωποθεός

 

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η δεύτερη μέρα της συνέντευξης

 

                                                                  

1.         Οι φωτογραφίες

 

            Η συνέντευξη συνεχίστηκε για δεύτερη μέρα. Ο ρώσος κάλεσε τον Βασίλη στη σουίτα του. Κάθισαν στο χαλί και είδαν φωτογραφίες από την ομάδα της Νάντια. Δύο από αυτές έδειχναν μια πόλη να καίγεται.

            «Ήταν το 1904. Στο Κισινιόσκ. Τις φωτιές τις έβαλε η Υπηρεσία. Ήμασταν πολλές ομάδες μαζί. Σκοτώσαμε κάποιους ιουδαίους. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ένα κοριτσάκι».

             Ο Βασίλης σκοτείνιασε.

«Ακόμα και ο διάβολος είναι αγάπη», του είπε ο ρώσος. «Το αναφέρει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Είναι αγάπη μόνο και μόνο επειδή υπάρχει. Η ύπαρξη είναι αγάπη».

«Δηλαδή σκοτώνατε επειδή αγαπούσατε;».

«Επειδή αγαπούσαμε τις οικογένειές μας, επειδή αγαπούσαμε τους εαυτούς μας. Μέσα μας ήταν όλοι οι δικοί μας, δεν ήταν όμως οι υπόλοιποι. Το κακό είναι το μικρό καλό».

Μια φωτογραφία έδειχνε οπλισμένους νεαρούς. Ήταν ιουδαίοι πολιτοφύλακες. Καθόντουσαν σε ένα ανοιχτό αμάξι.  Αντέτασαν νόμιμη άμυνα στους «άγνωστους πολίτες» που έκαναν τις επιθέσεις. Η αφήγηση γύρισε στον Δεκέμβριο του 1902. Όταν ανέθεσαν στον Πέτρο τα Πρωτόκολλα.  Ο σοβιετικός εισήλθε στις λεπτομέρειες.

«Δηλαή τα Πρωτόκολλα γράφτηκαν από τον Πέτρο;», ρώτησε ο Βασίλης. 

Ο ρώσος έδειξε μια φωτογραφία σαν καρτ ποστάλ. Ήταν η αίθουσα χορού στα χειμερινά ανάκτορα. Είπε για τους τρομαγμενους ανθρωπους, εκείνους που αναζητούσαν την έκσταση. Είπε για το δέντρο: «Σπρώχνει τα κλαδιά του προς όλες τις κατευθύνσεις, ταυτόχρονα. Είναι λογικό».

Μια φωτογραφία ακόμα. Ένας ωραίος νέος, ντυμένος σαν ρώσος χωρικός. Ήταν ο ιουδαίος φίλος του Γκαμπόν. Ο Πεντρένσκι διηγήθηκε αυτά που συνέβησαν από το 1905 μέχρι το 1914.

            «Μιλάτε σαν παλιάνθρωπος», του είπε ο ξάδελφος μου.

            «Είμαι. Χθες ο γάλλος με αποκάλεσε απατεώνα. Είμαι και αυτό. Άκου τώρα την συνέχεια της ιστορίας».

 

2. Ένας επαγγελματίας επαναστάτης 

 

Το 1917, ο ιουδαίος φίλος του Γκαμπόν έγινε μέλος της κυβέρνησης Κερένσκι. Αιχμαλωτίστηκε από τους μπολσεβίκους. Τον ελευθέρωσε η γερμανική προέλαση. Γύρισε στη Μόσχα και προσπάθησε να μπει στην κυβέρνηση των μπολσεβίκων. Απέτυχε και εντάχθηκε στο σιωνιστικό κίνημα. Έφυγε για την Μέση Ανατολή και πολέμησε με τους άγγλους εναντίον των τούρκων. Συμμετείχε στην κατάκτηση της Παλαιστίνης. Έγινε ένας από τους ιδρυτές της Χαγκάνα. «Ήταν η κυριότερη  παραστρατιωτική οργάνωση των σιωνιστών.

Μετά τον πόλεμο η Παλαιστίνη έγινε βρετανική κτήση. Ο επαναστάτης ίδρυσε ένα εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρισμού με την βοήθεια της General Electric, των άγγλων και των αμερικάνων. Πέθανε το 1942. Το 1945, τελείωσε ο β΄ παγκόσμιος πόλεμος. Η Χαγκάνα, χτύπησε τους άγγλους. Ήθελε να ιδρύσει το Ισραήλ. Είχε την συμπαράσταση των αμερικάνων. «Αν ο φίλος του Γκαμπόν ζούσε, θα πολεμούσε τους άγγλους», είπε ο Πεντρένσκι.

 

                                                     3.         Μερικές φωτογραφίες ακόμα

 

            Ο Πεντρένσκι έδειξε μια φωτογραφία της θείας. Είπε για τα κλάματα της Νάντια και του Αλεξέι. «Και εσύ έκλαιγες», παρατήρησε ο Βασίλης. Ο ρώσος σκέφτηκε λίγο και συμφώνησε: «Ναι, ο Ιβάν έκλαιγε σιωπηλά. Εκείνοι οι δύο ξεσπούσαν».

            Η αφήγηση έφτασε στον χαζούλη Πέτια. Συνέχισε στον μουγκό Ιγκόρ και το Μεγάλο Αυτί. Κατέληξε στο Ράπτη και το Ραπτόπουλο. «Ποιά είναι η γνώμη σου για τον Ιγκόρ;» ρώτησε ο Πεντρένσκι τον Βασίλη.

            «Παλιάνθρωπος όπως όλοι σας».

            «Ναι, έκανε παλιανθρωπιές σε όλη του την ζωή. Προσπαθούσε να συντηρήσει τους δικούς του. Ήταν πολλοί αυτοί που τον περίμεναν. Αν τους εγκατέλειπε θα γινόταν καλός, θα ζούσε και ο ίδιος καλύτερα».

Ο συγγραφέας έδειξε τις φωτογραφίες της Νάντια. Αλλού ήταν με χρυσαφένιες κοτσίδες. Αλλού με τα μαλλιά λυμένα. Αλλού τα είχε πιασμένα πίσω.

«Ήσασταν και ’σεις ερωτευμένος με τη Νάντια;», τον ρώτησε ο Βασίλης. «Δεν ήταν μόνο ο Πέτρος;».

«Είχε μια μοναδική προσωπικότητα. Ήταν το πιο ουράνιο πλάσμα που γνώρισα».

 

                                                                  4.         Το τρίτο παιχνίδι

 

Ο ρώσος ανέφερε την εμμονή του νεαρού Τσακάλωφ: Η κοινωνία ήταν δυο παιχνίδια. Tο πρώτο, να εξυπηρετηθεί ο ταξικός της χαρακτήρας. Το δεύτερο, να κρυφτεί το πρώτο. Ο Πέτρος κάποια στιγμή ένιωσε ότι τα δυο παιχνίδια ήταν δυο μικρές αγάπες. Ένιωσε ότι πίσω από αυτά παιζόταν ένα τρίτο παιχνίδι, η υλοποίηση της μεγάλης αγάπης.  

Ο Μαρξ ονόμαζε το τρίτο παιχνίδι «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων». Καθώς τα χρόνια περνούσαν, ο Τσακάλωφ έβλεπε το τρίτο παιχνίδι ολοένα πιο καθαρά. Το έπαιζαν οι άνθρωποι ασυναίσθητα. Η συνειδητή πράξη ήταν γεμάτη κακία και ματαιότητα, μα υλοποιείτο μια συνολική πράξη. Το μεγαλύτερο τμήμα της συνολικής πράξης ήταν αόρατο. Εκείνο το τμήμα είχε όλους τους λόγους της ψυχής.

Οι λόγοι οδηγούσαν στο τέλος της ιστορίας. Ο νέος κόσμος φτιαχνόταν όπως τα δέλτα των ποταμών, από αόρατα υλικά που παράσερνε το ρεύμα. Το τέλος δεν θα ήταν το ηθικό κράτος, ούτε θα ήταν η «απελευθέρωση», θα ήταν η πλήρης ζωή. Η ανάπτυξη των δυνάμεων θα καταργούσε την ανάγκη. Ο μέσος άνθρωπος θα έπαυε να εκμεταλλεύεται και θα έπαυε να υποκύπτει στην εκμετάλλευση. Η ανθρωπότητα θα μετατρεπόταν σε μια αρχαία Αθήνα των κλασικών χρόνων. Θα ήταν όλοι ίσα δυνατοί, αυτόματα ίσα και απόλυτα αξιοσέβαστοι, θα άνοιγαν τα μάτια των ανθρώπων.

 

                                       5.         Η πολυπλοκότητα της θεϊκής δικαιοσύνης

 

Ο Πεντρένσκι αφηγήθηκε το τέλος και την σύλληψη του Πέτρου: «Είχε έρθει η  ώρα να πληρώσει τις αμαρτίες του, Βασίλη. Είμαι σίγουρος ότι πέθανε από τα βασανιστήρια στα κρατητήρια. Θα μπορούσε να το πει κανείς και θεία δίκη. Επί δεκαέξι χρόνια βασάνιζε και πυροβολούσε».

«Ναι», είπε ο Βασίλης. «Πέθανε όπως του άξιζε!»

            Από το στόμα του ρώσου βγήκε ένα γέλιο. Ύστερα άρχισε να γελάει μακρόσυρτα. Στο τέλος άρχισε να βήχει. «Η δικαιοσύνη του Θεού είναι εξαιρετικά πολύπλοκη, Βασίλη».  Έκανε δυο χορευτικά βήματα. Πήγε στο μπαρ. Ήπιε δυο γουλιές από ένα ποτήρι.

            «Ίσως η κακία του να υπάκουε σε ένα βαθύτερο λόγο», είπε στο Βασίλη. Ήπιε δυο γουλιές ακόμα. «Δεν υπάκουε στις έλξεις των γειτονικών μαζών. Ναι, είναι αλήθεια. Μα ίσως αυτό να συνέβαινε, επειδή υπάκουσε στις έλξεις κάποιων ουρανίων σωμάτων». Το βλέμμα του σκοτείνιασε. «Ήταν όπως η Νάντια, γι’ αυτό την αγαπούσε τόσο πολύ».

Χάθηκε στις σκέψεις του. Συνέχισε: «Όλα τα λογικά αποδείχθηκαν παράλογα. Οι πιο λογικοί ήταν οι μπολσεβίκοι. Χρυσάφι και όπλα. Η πρώτη κεντρική επιτροπή είχε οκτακόσια δέκα μέλη. Μόνο τα εννέα είχαν φυσιολογικό θάνατο».

 

 

6. Λιμοί, εκτελέσεις, στρατόπεδα συγκέντρωσης,

                          μετακινήσεις πληθυσμών, εκτοπίσεις

 

            Είδαν τις φωτογραφίες από τους σοβιετικούς λιμούς. Κάποια έδειχνε πυραμίδες από νεκροκεφαλές παιδιών. Ο πρώτος λιμός έγινε τα χρόνια του εμφυλίου. Ο δεύτερος ξεκίνησε το 1928 -με την αποκουλακοποίηση. Χαράχτηκε στη μνήμη της χώρας. Τριάντα χρόνια μετά, ο Μάο ξεκίνησε τα κρατικά αγροκτήματα. Ο Χρούτσεφ τον απέτρεψε.  «Τα κάναμε και εμείς», του είπε. «Απέτυχαν».

Ο τρίτος λιμός ήταν στην Ουκρανία. Κράτησε από το 1932 έως το 1933 ή ίσως έως το 1936. Πέθαναν πέντε εκατομμύρια άνθρωποι ή ίσως και οκτώ. Στους προηγούμενους λιμούς οι νεκροί ήταν περισσότεροι αλλά τα πτώματα ήταν απλωμένα. Εκείνος ο λιμός ήταν κατασκευασμένος. Ήταν μια βίαιη μείωση του πληθυσμού. Οι Ουκρανοί αυξάνονταν και πληθύνονταν. Το ουκρανικό Κομμουνιστικό Κόμμα θα ξεπερνούσε εκείνο της Μόσχας.

Φωτογραφίες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης: Οι κοριοί στα ταβάνια σχημάτιζαν τσαμπιά. Κατέβαιναν τις νύχτες και γίνονταν κινούμενα χαλιά. Σε κάποιο στρατόπεδο, οι κρατούμενοι άλλαξαν το χώμα με τα φτυάρια. «Επειδή είχε μικρόβια». Έφεραν άλλο χώμα από αλλού. Ήταν ένα κόλπο να τους κρατούν συνέχεια απασχολημένους.

Ιστορίες από τη Σιβηρία: Η κυβέρνηση έκανε δρόμους που δεν οδηγούσαν πουθενά. Κόστιζαν ένα νεκρό το μέτρο. Ιστορίες με εκτελέσεις: Πρώτα με τις εκτελέσεις της επανάστασης. Οι μπολσεβίκοι εκτελούσαν όσους ανήκαν στην παλιά τάξη. Επίσης όσους δεν υπάκουαν. Ύστερα με τις εκτελέσεις του εμφυλίου. Αργότερα με εκείνες της σταλινικής τρομοκρατίας. Εκτελούνταν οι «σαμποτέρ» και οι «εχθροί της σοβιετικής εξουσίας». Τέλος, με εκείνες στο τέλος του πολέμου που ακολούθησε.  Ο συνολικός αριθμός των εκτελεσμένων ήταν εκατομμύρια. Οι μισοί από αυτούς ήταν μέλη του Κόμματος, σκότωναν ο ένας τον άλλον.

Η τρομοκρατία εντάθηκε μετά το 1934, όταν δολοφονήθηκε ο Κίροφ. Προφανώς, τον σκότωσαν οι σταλινικοί. Υπήρχαν δύο λόγοι: Ο Κίροφ ήταν επικεφαλής του Κόμματος στο Λένινγκραντ και ήταν δημοφιλής. Οι σταλινικοί εργαλειοποίησαν τη δολοφονία του.  Διέταξαν τον αφοπλισμό των μελών του Κόμματος. Ύστερα, από το 1936 μέχρι το 1938, καθαίρεσαν και δολοφόνησαν εξακόσιες χιλιάδες μέλη.

 Ο συγγραφέας αφηγήθηκε το τέλος δέκα χιλιάδων γερμανών κομμουνιστών: Κατέφυγαν στη Ρωσία για να γλυτώσουν από τους ναζί σαν ικέτες στα «αδέλφια» τους. Οι σταλινικοί τους έστειλαν σε στρατόπεδα. Το 1939, συμμάχισαν με τους ναζί. Μάζεψαν τους επιζήσαντες και τους επέστρεψαν στη Γερμανία. Οι ναζί τους έστειλαν στα δικά τους στρατόπεδα.

 Το 1939, οι ναζί και οι σταλινικοί μοίρασαν την Πολωνία. Οι ρώσοι εκτέλεσαν είκοσι χιλιάδες πολωνούς αξιωματούχους. Δύο χιλιάδες από αυτούς τους εκτέλεσαν σε ένα θάλαμο. Ο δήμιος φορούσε ποδιά χασάπη, τους πυροβολούσε στη βάση του κρανίου τους. Είχαν φτιάξει ένα αυλάκι που μετέφερε το αίμα έξω. Ήταν ακριβώς όπως στα σφαγεία. Η Ρωσία προσπαθούσε από το 1800 να ενσωματώσει την Πολωνία. Αυτή την φορά ακολούθησε την κομμουνιστική μέθοδο: Έκοβαν το κεφάλι από το κοτόπουλο. Το κορμί θα έκανε κεφάλι του την Μόσχα. Η μέθοδος εφαρμόστηκε παντού: Στην ανατολική Ευρώπη, στην νότια Ασία, στην Κίνα, στην Αφρική, στα Βαλκάνια, στην Ελλάδα.

Στο τέλος του πολέμου οι σοβιετικοί εκτέλεσαν μια μεραρχία κοζάκων. Είχαν πολεμήσει με τους γερμανούς, ήθελαν να αποσχιστούν. Τους εκτέλεσαν με πολυβόλα. Εκτέλεσαν και τους ρώσους αιχμάλωτους των Γερμανών. Ο αριθμός των τελευταίων πρέπει να ήταν εντυπωσιακός. Θεωρήθηκαν προδότες επειδή παραδόθηκαν. Η εξήγηση δεν ήταν πειστική. «Η οργανωτική δύναμη του λόγου» είχε παλαβώσει.

Οι μπολσεβίκοι έκαναν βίαιες μετακινήσεις στα μέρη που δημιουργούσαν τις  κρατικές βιομηχανίες. Μετέφεραν τα μεγέθη του αγροτικού τομέα στην βιομηχανία. Το ονόμασαν «υγροποίηση». Έκαναν όμως εκτοπίσεις και για λόγους ελέγχου: «Το 1938, έγινε η εκτόπιση των ρωσοποντίων, Βασίλη. Δολοφονήθηκαν χιλιάδες, έλληνες». Έφτιαξαν νόμους που επέτρεπαν τα βασανιστήρια. Το 1935 επέτρεψαν την εκτέλεση των παιδιών. Έβαλαν όριο ηλικίας τα δώδεκα έτη.

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης έγιναν πόλεις. Οι κρατούμενοι έφτασε τα είκοσι εκατομμύρια. Η «οργανωτική δύναμη του λόγου» δημιούργησε μια εσωτερική αποικιοκρατία. Αντιμετώπιζε τους πολίτες, όπως οι ευρωπαίοι τον Τρίτο Κόσμο. Κάποιους τους αντιμετώπιζε όπως οι ισπανοί τους ινδιάνους, κάποιους άλλους όπως οι άγγλοι τους Ινδούς. Κάποιους τρίτους όπως οι βέλγοι τους κατοίκους του Κονγκό. Οι βέλγοι έκοβαν τα χέρια των κονγκολέζων. Οι μπολσεβίκοι εκτελούσαν τους «τεμπέληδες». Ο βασιλιάς Λεοπόλδος γέμισε το Βέλγιο κτίρια και μνημεία. Οι μπολσεβίκοι εξωράισαν όλες τις μεγάλες πόλεις. Το 1932, ξεκίνησε η κατασκευή του μετρό της Μόσχας. Κάθε σταθμός του ήταν ένα κόσμημα. 

       «Οι μισοί μου συγγενείς είναι αριστεροί», διαμαρτυρήθηκε ο Βασίλης. «Πρώτη φορά ακούω αυτά που λέτε».

       «Πόσοι έλληνες κομμουνιστές δεν σπούδασαν στη Ρωσία δωρεάν; Πόσοι δεν ήταν ήταν έμμισθοι του Κόμματος; Αλλά και αυτά που έπαιρναν με συνδρομές, τα έπαιρναν σαν αντιπρόσωποι του “ξανθού γένους”. Τα λεφτά έρχονταν από την Ρωσία. Πόσοι δεν βοηθήκαν από το Κόμμα στις δουλειές τους; Πόσοι δεν διορίστηκαν, δεν μετατέθηκαν, δεν αποσπάστηκαν, χάρη στο Κόμμα; Ανήκαν στην πιο δυνατή και οργανωμένη ομάδα της ελληνικής κοινωνίας. Τούς παρείχε προστασία και συναισθηματική ασφάλεια, κάποτε και έναν καλό γάμο».

       «Έκαναν πολλές θυσίες για τα πιστεύω τους», αντιμίλησε ο Βασίλης.

       «Τους τις επέβαλε η ομάδα τους. Τις μεγαλύτερες θυσίες τις έκαναν οι άγγλοι ναύτες του βασιλικού στόλου. Ζούσαν απαίσια, οι φρεγάτες ξερνούσαν συνέχεια πτώματα. Οι ακτές στις Αντίλλες έγιναν νεκροταφεία. Καμία φρεγάτα δεν αγίασε».

             

     

7.             Οι χορευτές, τα σφαγεία, κρέας και δημοκρατία

 

            Φωτογραφίες από ζευγάρια που χόρευαν, κοστούμια και τουαλέτες. Ήταν στη λέσχη της Ρώσικης Ένωσης Προλετάριων Συγγραφέων. Χόρευαν φοξ τροτ και σουίνγκ. «Ότι ερχόταν από τις Πολιτείες, το λατρεύαμε. Ο εχθρός ήταν στην Ευρώπη. Στις Πολιτείες γεννιόταν το νέο». Μια φωτογραφία έδειχνε την ορχήστρα της λέσχης, φορούσαν λευκά σακάκια. «Συνήθως έπαιζαν τζαζ. Μέχρι το 1930 επικρατούσε ο μοντερνισμός. Μετά όμως το πνεύμα άλλαξε. Πήξαμε στα φολκλόρ, στον Σοστάκοβιτς και στον Προκόπιεφ».

Μια φωτογραφία από τα τραπέζια. Ξεχώριζαν οι σερβιτόροι, φορούσαν κοστούμια. Η λέσχη έμοιαζε με πρώτη θέση σε υπερωκεάνιο. Οι συγγραφείς είχαν αναλάβει να κρύψουν το διόροφο. Ισόγειο ήταν ο κρατικός καπιταλισμός. Πρώτος όροφος ο ολοκληρωτισμός. Στα υπόγεια βρίσκονταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το αστυνομικό κράτος. «Οι Προλετάριοι Συγγραφείς ήταν πιο ένοχοι από τον Στάλιν, Βασίλη».

Ο πατερούλης ήταν σχετικά αθώος. Έπρεπε να ταϊσει τα γουρούνια. Αλλιώς θα τον κατασπάραζαν. Μαζί με αυτόν και τα τρία παιδιά του. Το χοιροτροφείο του παρέδιδε κάθε μέρα γραμμένο τον ρόλο του. Έπρεπε να ακολουθήσει το κείμενο. Η γυναίκα του δεν άντεξε τη φρίκη, αυτοκτόνησε. Ο Στάλιν απέκτησε ερωμένη. Δεν ήθελε άλλα παιδιά, φοβόταν για το μέλλον τους. Την έβαζε να κάνει συνέχεια εκτρώσεις. Μισούσε και σιχαινόταν τους πάντες. Ήταν σαν το σουλτάνο της Κωνσταντινούπολης, ένας αιχμάλωτος του χαρεμιού, των γενιτσάρων και των βεζύρηδων. Μπορούσε να τα βάλει με τον καθε έναν από αυτούς ξεχωριστά. Αλλά δεν μπορούσε να τα βάλει με όλους μαζί, δεν μπορούσε να αρνηθεί να παίξει τον καθημερινό του ρόλο.

«Ο δήμιος που σκότωσε τις δυο χιλιάδες πολωνούς  στο θάλαμο τρελάθηκε». Αν αρνιόταν να παίξει το ρόλο του, θα τον εκτελούσαν. Ύστερα θα έστελναν την οικογένειά του σε στρατόπεδο. Μέσα στην τρέλα του αυτοκτόνησε. Οι πραγματικοί ένοχοι ήταν στην μεσαία τάξη. «Ήμασταν οι μόνοι που είχαμε επιλογές». 

Από το 1930 έως το 1950, ολοκληρώνονταν οι βιομηχανικές κοινωνίες. Ολοκληρώνονταν και οι γραφειοκρατίες τους. Οι μεσαίες τάξεις ίσιωναν τα μουστάκια τους, όρθωναν τους μπούστους τους, ωθούσαν τις ηγεσίες τους σε ολοκαυτώματα. Οι τοίχοι γέμισαν με αφίσες και οι κινηματογράφοι με ταινίες: Μεσήλικες με βαρύ ύφος, γυμνασμένοι νεαροί με καθάριο βλέμμα, νοικοκυρές με αίσθηση της κοινωνικής της αποστολής.  Το 1950, οι αφίσες ταξίδεψαν στην Άπω Ανατολή. Ξεσηκώθηκαν οι μεσαίες τάξεις του Τρίτου Κόσμου. Στρίγγλισαν κάτι για «πατρίδα» και «ελευθερία». Λησμόνησαν ότι ήταν γεννήματα και θρέματα των «αποικιοκρατών» και του δυτικού πολιτισμού. Πότε πριν ήξεραν τις δύο εκείνες λέξεις; Ζήτησαν την εθνική και κοινωνική τους ολοκλήρωση. Έκαναν τα δικά τους ολοκαυτώματα. 

Οι νίκες της μεσαίας τάξης συνδυάστηκαν με τη μαζική παραγωγή κρέατος. Την αρχή την έκανε η μεγάλη δημοκρατία, οι Πολιτείες. Έφτιαξαν τα ράντζα. Οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες δημιούργησαν σειρές από ακίνητα ζώα. Έκαναν μαζική παραγωγή κουμπαράδων λίπους.  Τα σφαγεία του Σικάγου ιδρύθηκαν στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα. Εισήγαγαν τις αλυσίδες παραγωγής. Εκείνες που μιμήθηκε αργότερα ο Φορντ. «Έχουμε 1971, πρέπει να κλείνουν εκατόν είκοσι χρόνια λειτουργίας, Βασίλη».

Ο Πεντρένσκι υπολόγιζε ότι στα χρόνια λειτουργίας τους έσφαξαν έξι δισεκατομμύρια βοοειδή. Ξεκίνησαν με μερικά εκατομμύρια το χρόνο. Στο γύρισμα του αιώνα έφτασαν να σφάζουν πενήντα εκατομμύρια. Υπολόγιζε ότι σφάχτηκαν και μερικές εκατοντάδες δισεκατομμύρια πρόβατα και γουρούνια. Ένας ινδουιστής θα συγχωρούσε έναν φρουρό του Άουσβιτς, ποτέ όμως ένα χασάπη του Σικάγου.

«Ο Μπρεχτ έγραψε την Αγία Ιωάννα των Σφαγείων, Βασίλη. Παρουσίαζε τους χασάπηδες σαν θύματα της αδίστακτης εργοδοσίας». Η εργοδοσία προσπαθούσε να εμποδίσει την «ταξική τους συνειδητοποίηση».

Ο Μπρεχτ έγραψε για τους «πολύ φτωχούς»: «Θα  πεθάνουν χωρίς ποτέ να φάνε ένα καλό κομμάτι κρέας». Δεν θα έτρωγαν ποτέ φιλέτο, η «εκμετάλλευση» τους περιόριζε στην λάπα και το κιλότο.  Η σοβιετική προπαγάνδα του 1920 πρόβαλε την «κρεοφαγική ανισότητα». Έκανε ταινίες που έδειχναν τους καπιταλιστές να τρώνε φιλέτα. Φορούσαν τα ψηλά καπέλα τους και τα φράκα τους και κάθονταν σε τραπέζια γεμάτα κρέας. Οι σοβιετικοί πολίτες τους μισούσαν, έπρεπε να στέκονται στις ουρές για λίγο ψωμί.

«Οι πόλεμοι γίνονται για να τρώμε κρέας, Βασίλη».

«Αυτό που λέτε είναι παράλογο, σύντροφε».

«Το είπε ο Τολστόι. Καταστρέφεις ένα πλάσμα για μια απόλαυση. Για να απολαύσουν όλοι και πολύ, χρειάζεται μια μεγάλη καταστροφή. Έχεις δεχθεί και τον σκοπό και το μέσο. Έτσι έρχεται ο πόλεμος».

«Η αιτία των πολέμων είναι ο ιμπεριαλισμός!», ξεσπάθωσε ο Βασίλης.

«Ο ιμπεριαλισμός υπηρετεί τα συμφέροντα της μεσαίας τάξης».

Η καθημερινή κατανάλωση κρέατος ήταν το συστατικό της ευημερίας. Η  συρρίκνωση των αγορών περιόριζε τα εισοδήματα. Πρώτα απ’ όλα περιόριζε την κατανάλωση κρέατος. Οι μεσαίες τάξεις συσπειρώνονταν, απαιτούσαν «ζωτικό χώρο», μεγαλύτερα εισοδήματα, περισσότερο κρέας στο καθημερινό τραπέζι. Κρέας καλύτερης ποιότητας. Φιλέτο και όχι κυλότο!

Πριν από τον α΄ παγκόσμιο πόλεμο, ο Βίσμαρκ και ο Κάιζερ έντυσαν τους δημόσιους υπαλλήλους με στολές. Εκπροσωπούσαν το χεγκελιανό κράτος. Είχαν μεγάλη αποστολή. Ένας από αυτούς ήταν ο Αλόις Χίτλερ, ο πατέρας του δικτάτορα. Το βλέμμα του έλαμπε σαν του γιού του. Το πρόβλημα της Γερμανίας και στους δύο πολέμους ήταν το ίδιο, η συρρίκωνση των αγορών. Ήθελαν το «Φρούριο Ευρώπη», να κάνουν τους γάλλους, τους πολωνούς και τους ρώσους δούλους τους. Θα άρπαζαν το βοδινό, τα λουκάνικα και το γκούλας από τα τραπέζια τους και θα τα έβαζαν στο δικό τους.

 «Μιλάτε σαν τον φίλο σας τον Πέτρο, σύντροφε».

«Ο Πέτρος είχε άδικο. Τα εγκλήματα δεν τα κάνουν οι άνθρωποι, τα κάνουν ο χρόνος, οι κοινωνικές σχέσεις και οι ιστορικές στιγμές, δηλαδή ο Θεός».

Ο Θεός παρείχε την ύπαρξη, τη μορφή, τη ζωή και τη συνείδηση, ήταν  Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα, Βράχμα, Σίβα και Βισνού. Ήταν η τριανταφυλλιά, η δύναμή της και ο λόγος της. Το φυτό έβγαζε λουλούδια, αγκάθια και φύλλα. Τα αγκαθια ήταν λουλούδια χωρίς δύναμη να ανοίξουν. Τα φύλλα λουλούδια χωρίς δύναμη να γεννηθούν.

Τους έβλεπε όλους ίσους, καλούς, κακούς, έξυπνους και χαζούς, αγκάθια, φύλλα και λουλούδια. Ήταν διαφορετικοί χρόνοι, διαφορετικές εκδηλώσεις των χυμών της τριανταφυλλιάς. Δεν εκτιμούσε τους καλούς, η καλοσύνη τους είχε χαριστεί. Ούτε μισούσε τους κακούς, η κακία ήταν κάτι στο οποίο είχαν καταδικαστεί. Η ζωή θα έκρινε τους ανθρώπους με το πόσο αγάπησαν.

 

 

8. Η αφίσα και οι Μικροί Ήρωες

 

1930, ο Πεντρένσκι στην λέσχη της Ένωσης. Μια αφίσα. Είχε στο κέντρο της ένα προλετάριο συγγραφέα. Ήταν σκυμένος στα γραπτά του, οραματιζόταν. Ένα συννεφάκι πάνω από το κεφάλι του έδειχνε το όραμα. Ήταν σημαίες, πολυβόλα και κανόνια. Στο κέντρο ήταν ένας έφιππος αντάρτης. Υπήρχε μια λεζάντα στο κάτω μέρος. Προσκαλούσε τους συγγραφείς στην Κριμαία. Θα έκαναν δωρεάν διακοπές και θα εμπνέονταν το μυθιστόρημά τους. Το θέμα του μυθιστορήματος ήταν «ο ηρωισμός των κόκκινων ανταρτών στον εμφύλιο».

Η χώρα είχε πληθυσμό εκατόν πενήντα εκατομμύρια. Το δέκα τοις εκατό περνούσε πιο καλά. Και από κάτω ήταν το είκοσι της εκατό. Σε αυτό ανήκαν τα μέλη της λέσχης. Όποιος έγραφε κάτι καλό, θα ανέβαινε στο δέκα τοις εκατό.  «Ήταν το πρώτο καλοκαίρι που πήγα διακοπές, Βασίλη. Δεν είχα πάει ποτέ πριν. Μετά το 1930, πηγαίνω κάθε χρόνο. Δεν πήγα μόνο στα χρόνια της εξορίας μου και στα χρόνια του πολέμου».

Το ξενοδοχείο είχε θέα την θάλασσα. Την κοίταζε και αναζητούσε την έμπνευση. Γέμιζε κόλλες με σχέδια και πλοκές, κολυμπούσε και έκανε περιπάτους στο δάσος. Μια μέρα προχώρησε πιο βαθιά. Συνάντησε ένα νεκρό παιδί. Ήταν σκελετωμένο. Τα βλέφαρά του ήταν κλειστά. Θυμήθηκε το κοριτσάκι νεοσσό του Πέτρου. Περίεργο, οι νεκροί είχαν πάντα τα μάτια ορθάνοιχτα. Θα είχε περπατήσει για μήνες. Θα αναζητούσε τροφή. Θα έφτασε στο θέρετρο με το υπόλοιπο της ψυχής του. Θα έκανε εκατοντάδες χιλιόμετρα μέχρι εκεί. «Τα παιδιά κάνουν καταπληκτικά κατορθώματα. Επειδή έχουν μια καρδιά ακέραιη».

Επιτέλους βρήκε το θέμα του! Θα έγραφε τους Μικρούς Ήρωες». Θα ήταν μικροί, καλοί και έξυπνοι. Θα πολεμούσαν τους Λευκούς που θα ήταν μεγάλοι, κακοί και χαζοί. Οι Λευκοί θα είχαν και έναν αρχηγό, ψηλό σαν αρκούδα, χοντρό σαν βόδι, θα τον έλεγαν Μπόρις η αρκούδα. Οι μικροί θα έκαναν συνέχεια ηρωικές πράξεις, ασταμάτητα, μέχρι αηδίας. Τα μάτια του έλαμψαν: Το μυθιστόρημα θα γινόταν επιτυχία. Θα απευθυνόταν και στους μικρούς και στους μεγάλους. Επομένως θα είχε διπλό αναγνωστικό κοινό. Το Κόμμα θα φρόντιζε να μοιραστεί παντού, θα πουλιόταν και στο εξωτερικό. Αυτό θα το φρόντιζαν ξένα κομμουνιστικά κόμματα. Επιτέλους! Ένα σοβιετικό έργο αντάξιο της αγγλικής παιδικής λογοτεχνίας!. 

Ο εαυτός του τού έκανε νερά. Ο Πεντρένσκι του έκανε μια υπενθύμιση: «Μην ξεχνάς, ότι είμαι εγώ αυτός που σε ταϊζει». Ο ευατός του συμφώνησε να συνεργαστούν. Σε δύο εβδομάδες γέμισαν διακόσιες σελίδες. Ο εαυτός του δυσανασχέτησε: «Οι μικροί έχουν ήδη νικήσει τέσσερις φορές», είπε στον Πεντρένσκι, «βαρέθηκα». «Δεν αρκεί», του απάντησε ο Πεντρένσκι. «Πρέπει να νικήσουν άλλες τρεις φορές». Το επέβαλε το μοντέλο. Χρειάζονταν συνολικά επτά νίκες. Μία στην αρχή. Μία στο ανέβασμα. Δυο μικρές στο κατέβασμα. Άλλες δύο στο επόμενο ανέβασμα. Και μία μεγάλη στο τέλος. Ήταν η περίφημη «μεγάλη μάχη» στην έξοδο.

Ο εαυτός του το έβαλε στα πόδια. Ο Πεντρένσκι τον κυνήγησε, κατόρθωσε να τον στριμώξει. Ξανάρχισαν τις προσπάθειες να τελειώσουν το κείμενο. Αντέδρασε το νεκρό αγόρι. Τον κοίταξε στα μάτια. Ύστερα την νύχτα, στον ύπνο του, εμφανίστηκε το κοριτσάκι νεοσσός. Ξύπνησε τρομαγμένος.

«Και τι θα κάνω τις διακόσιες σελίδες;», ρώτησε το νεκρό αγόρι.  

«Βάλτες στο μπαούλο του Πέτρου», του απάντησε.

Ο Πεντρένσκι κοίταξε τα χειρόγραφα με λύπη. Στο τέλος έκανε αυτό που του είπε το αγόρι.

 

 

9.      Ο Αντρέι στην Αμερική, οι ατυχίες του συνεχίζονται, οι αμερικάνοι μπολσεβίκοι

 

            Φωτογραφίες του Πέτρου με τον Αντρέι και τις δύο αδελφές του. Ήταν από την δεκαετία του τριάντα. Μετά το 1925, ο Πεντρένσκι αντάλλασε με τις δύο αδελφές τηλεγραφήματα. Τα επόμενα χρόνια πήγε και τις είδε δυο φορές. Μετά το 1930 συναναντιόταν με τα αδέλφια του Πέτρου πιο συχνά.

Το 1902, ο Ανδρέι πήγε στη Νέα Υόρκη.  Είχε ένα κεφάλαιο από τους δικούς του. Διάβασε ότι στα βόρεια είχε μόλις ιδρυθεί μια πόλη. Είχε ένα εργοστάσιο ηλεκτρισμού. Το ρεύμα του τροφοδοτούσε τις φάμπρικες, τα εργαστήρια και τις κατοικίες. Όλα λειτουργούσαν με αυτό, ήταν η απόλυτη πρωτοπορία. Πήγε εκεί και ξεκίνησε μια βιοτεχνία ρούχων. Η ενέργεια ήταν πάμφθηνη. Ήταν ανταγωνιστικός μόνο από αυτό. Η πόλη άνθισε. Ο πληθυσμός πολλαπλασιάστηκε.

Πέρασαν δέκα χρόνια. Το 1913, οι άνθρωποι άρχισαν να αρρωσταίνουν. Το δημοτικό συμβούλιο ανακάλυψε την αιτία: Ήταν το νερό, το μόλυνε το εργοστάσιο. Δεν υπήρχε λύση. Το εργοστάσιο ήταν η μοναδική πηγή ενέργειας και το ποτάμι η μοναδική πηγή νερού. Έκρυψαν το πρόβλημα και η πόλη γέμισε αρρώστους. Δημιουργήθηκε πανικός. Σε δέκα μήνες η πόλη ερήμωσε. Έγινε η πρώτη βιομηχανική πόλη φάντασμα, πέρασε στην ιστορία.

Ο Αντρέι πήγε εκατοντάδες μίλια μακριά. Έστησε ξανά μια επιχείρηση.  Πάλεψε μέχρι το 1929. Πλούτισε αλλά μόνο στα χαρτιά. Στην πραγματικότητα γινόταν ολοένα πιο εύθραυστος. Είχε πάψει να έχει πραγματικά κέρδη. Επιβίωνε με τον πιο παράξενο τρόπο: Παίζοντας το ταμείο στις μετοχές. Η αξία τους ανέβαινε συνέχεια για δέκα χρόνια. Ειδικεύτηκε στο σορτάρισμα.  Με τα κέρδη του μπάλωνε τις τρύπες της επιχείρησης

Οι μετοχές ανέβαιναν επειδή έμπαιναν συνέχεια νέοι παίκτες. Δεκάδες εκατομμύρια κάθε χρονιά. Ήταν τα roaring twenties, η Belle Epoque. Όλοι νόμιζαν ότι ήταν μεγαλοφυίες. Μέχρι που έπαιξε και ο τελευταίος ταξιτζής. Τότε ήρθε το τέλος. Το 1929 δεν μπορούσε να πουλήσει κανείς. Στην ουσία οι μετοχές δεν είχαν πια καμία αξία. Δημιουργήθηκε ένα μικρός πανικός. Έσπευσαν να πουλήσουν όλοι μαζι. Μα δεν υπήρχε κανείς να αγοράσει. Ο πανικός γιγαντώθηκε. Ήρθε η «Μαύρη Τρίτη». Οι μετοχές του Αντρέι έγιναν φύλλα χαρτί. Ο άτυχος αδελφός περικυκλώθηκε από το απλήρωτο προσωπικό, τους απλήρωτους προμηθευτές και τους απλήρωτους λογαριασμούς.

Τριάντα χρόνια μετά, το 1960, οι ελεύθερες οικονομίες θριάμβευσαν. Έκαναν παρέλαση. Μπροστά πήγαιναν τα σούπερ μάρκετ. Ακολουθούσαν οι λευκές συσκευές, καβάλα σε ένα σεβρολέτ. Την παρέλαση έκλεινε ο τουρισμός. Ήταν τα αποτελέσματα του νέου κεϋνσιανισμού. Τα χρόνια όμως του Μεγάλου Κραχ, εμφανίστηκαν στις Πολιτείες νεκροί από πείνα.   Το 1930 ο «άτυχος αδελφός» επέστρεψε στη Ρωσία. Είχε μαζί του την αμερικανίδα σύζυγό του και τα τρία παιδιά τους. Έγιναν άρθρα στις εφημερίδες. Ήταν «οι αμερικάνοι που ήρθαν στον κομμουνισμό». «Αναγνώριζαν την ανωτερότητα του σοσιαλισμού». Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν και άλλοι πολίτες της Αμερικής.

Ο Αντρέι πήγε στο πατρικό του στην Κριμαία. Οι γονείς του είχαν πεθάνει. Βρήκε το σπίτι των Τσακάλωφ όπως το άφησε. Δεν το είχαν αγγίξει τα χρόνια και οι ταραχές. Το κατοικούσαν οι δυο αδελφές. Η μια είχε οικογένεια. Η άλλη παρέμενε ανύπαντρη. Του παραχώρησαν δυο δωμάτια. Η κυβέρνηση του βρήκε δουλειά.

Το 1929, ο Φορντ έκανε μια συμφωνία με τη σοβιετική κυβέρνηση: Αυτός θα ίδρυε ένα εργοστάσιο φορτηγών στον Βόλγα,  εκείνη θα προαγόρασε εβδομήντα δυο χιλιάδες κομμάτια. Η Ρωσία τα χρησιμοποίησε δέκα χρόνια μετά, στον β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Το 1950, ο Στάλιν τον αποκάλεσε «μεγάλο βιομήχανο». Πρόσθεσε μια ευχή: «Μακάρι να τον έχει καλά ο Θεός». Το 1932, ακολούθησαν το παράδειγμα του Φορντ και άλλοι αμερικάνοι. Ήταν στελέχη γνωστών βιομηχανιών. Πήγαν στην Κριμαία. Ερεύνησαν την δυνατότητα ίδρυσης εργοστασίων. Η σοβιετική ηγεσία ευχαριστήθηκε, έσπαγαν τον διεθνή αποκλεισμό. Μα ήταν καχύποπτη. Την ίδια χρονιά πήγε στην Κριμαία και ο Πεντρένσκι. Ήταν η τρίτη χρονιά που έκανε διακοπές. Μα δεν παρέδωσε κανένα μυθιστόρημα το 1930! Ω, του το είχαν συγχωρέσει.

Ήξερε για την επιστροφή του Αντρέι από τις δύο αδελφές. Του το είχαν τηλεγραφήσει. Πήγε να τον συναντήσει. Η απόσταση από το ξενοδοχείο του ήταν δύο μέρες. Όταν έφτασε στο πατρικό των Τσακάλωφ, ο Αντρέι είχε φύγει, είχε πάσει στην αμερικάνικη αποστολή. Ο Πεντρένσκι ακολούθησα τα ίχνη του, τον βρήκε ανάμεσα στους ξέντους. Ήταν όλοι τους τεχνοκράτες. Ο ένας ήταν ένας διάσημος συνδικαλιστής, ένα γνωστό ιστορικό πρόσωπο. Θαύμαζαν τον δυναμισμό της Σοβιετικής Ένωσης. Έστηνε πόλεις στη μέση του πουθενά. Τις γέμιζε εργοστάσια και κατοίκους. Θαύμαζαν και την συγκεντρωμένη δύναμη, οι σοβιετικοί μάνατζερ διέταζαν σαν αξιωματικοί του στρατού, οι κρατικές επιχειρήσεις ήταν σαν στρατιωτικές μονάδες.

Πίστευαν και εκείνοι στην «οργανωτική δύναμη του λόγου». Πίστευαν και στον επίγειο παράδεισο. Θα τον έστηναν η επιστήμη και η δύναμη. Οραματίζονταν ένα άγαλμα της Ελευθερίας με κόκκινη τήβεννο. Υπήρχε κάτι όμοιο στο αμερικάνικο παρελθόν. Ήταν οι προτεσταντικές κοινότητες του δέκατου έβδομου αιώνα. Η ιδεολογία κάποιων παρέπεμπε σε ένα είδος κοινοτικού κομμουνισμού. Κάποιοι φλέρταραν ακόμα και με την κατάργηση της ιδιοκτησίας. Οι πρεσβύτεροι είχαν την απόλυτη εξουσία. Μοίραζαν τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν. Ήλεγχαν την ηθική των αποίκων και τιμωρούσαν ότι θεωρούσαν «αμαρτία». Οι άποικοι αποκαλούνταν μεταξύ τους «αδελφοί». Η ιστορία έσκασε μαζί τους στα γέλια: Τους υποχρέωσε να φέρουν στη Βιρτζίνια του πρώτους μαύρους δούλους.

Οι γιάνκηδες τελικά έφυγαν. Οι ελπίδες του Αντρέι να κάνει κάτι μαζί τους εξατμίστηκαν. Παράτησε τις φιλοδοξίες του και δήλωσε  μεγάλος και κουρασμένος. Παρακάλεσε τον Πεντρένσκι να του βρει μια καλύτερη θέση. «Μπορείς να το κάνεις», του είπε. «Έχεις την επιρροή».

Υπήρξαν και άλλες αμερικανοσοβιετικές συνεργασίες. Έγιναν σχέδια για εργοστάσια στη Σιβηρία. Οι σοβιετικοί συνεργάστηκαν και με τους γερμανούς. Έφτιαχναν τμήματα από  τα τανκς, τα υποβρύχια και τα αεροπλάνα τους. Μετά συνεργάστηκαν και με τους ναζί. Ο Πεντρένσκι έδειξε στον Βασίλη φωτογραφίες από τα παιδιά και τα εγγόνια του άτυχου:  «Ο Αντρέι πέθανε το 1950. Tα παιδιά του τα νιώθω σαν δικά μου».

 

 

10. Ο ναζί προτεστάντης μπολσεβίκος και η κατάρα του Μαρξ

 

Ο Πεντρένσκι αφηγήθηκε την ιστορία του Χένρι Φορντ.   Έδωσαν το όνομά του σε μια ολόκληρη περίοδο της βιομηχανίας. Την ονόμασαν Φορντισμό. Επειδή τάχα καθιέρωσε τις αλυσίδες παραγωγής. Αυτός που τις καθιέρωσε όμως ήταν η διεύρυνση της μεσαίας τάξης, η αύξηση και η σταθεροποίηση της κατανάλωσης, η εμφάνιση της καταναλωτικής κοινωνίας. Αλυσίδες παραγωγής υπήρχαν και στη δημοκρατία της Βενετίας, έφτιαχναν τα πλοία της. Υπήρχαν και στα σφαγεία του Σικάγου. Το 1900 η αγορά απορροφούσε τα πάντα. Το βλέμμα συγκεντρώθηκε στην αύξηση της παραγωγής ανά μονάδα εργασίας, στη μείωση του κόστους ανά μονάδα προϊόντος.

Οι αλυσίδες καθιερώθηκαν παντού. Έκαναν τα προϊόντα φθηνότερα. Η φθήνεια έδωσε νέα αύξηση στην κατανάλωση. Οι αλυσίδες δούλευαν ολοένα πιο γρήγορα. Η παραγωγικότητα του εργάτη συνεχώς αυξανόταν. Ένα μέρος του εργατικού προσωπικού δεν άντεχε. Ανακυκλωνόταν κάθε λίγους μήνες.  Ο Φορντ έδωσε στους εργάτες του το πενθήμερο, το οκτάωρο, τα υψηλά μεροκάματα, τους μοίρασε μετοχές. Ο καπιταλισμός εξαφάνιζε τη φτώχεια με δύο τρόπους, με τα υψηλά μεροκάματα και την αφθονία. Γεννήθηκαν το american dream και η opulent society. Ο Μεσσίας κατέβηκε στη Γη, άρχιζε η χιλιετία του. Οι αμερικάνοι Khlysty ζητωκραύγαζαν. Ο Φορντ έγινε αμερικάνικο ίνδαλμα.

Το κομμουνιστικό ιερατείο αφόρισε τον Φορντισμό. Τον ανακήρυξε αίρεση. «Δεν καταργεί την εκμετάλευση, εμείς είμαστε η αληθινή πίστη!». Ο καρδινάλιος Αντόνιο Γκράμσι ξεκίνησε να γράφει την πραγματεία του Ο Αμερικανισμός και ο Φορντισμός.

Το 1928, ο αμερικάνος βιομήχανος μιμήθηκε τους σοβιετικούς. Ίδρυσε μια πόλη στη μέση του πουθενά, την Fordlandia στον Αμαζόνιο. Θα καλλιεργούσε φυτείες από καουτσουκόδενδρα, θα έφτιαχνε καουτσούκ για τα λάστιχα των οχημάτων του, θα χτυπούσε το αγγλικό μονοπώλιο, θα ήταν η ιδανική πολιτεία, η πατρίδα ενός νέου είδους ανθρώπου, σύμφωνα με τα λόγια του «ενός είδους που θα πίστευε μόνο στην εργασία και στην δημιουργικότητα». Έπαθε Γκόρκι.

Έστειλε να την κατοικήσουν δέκα χιλιάδες βραζιλιάνοι και αμερικάνοι. Ήταν όλοι άνδρες. Τους έφτιαξε κατοικίες, οδικό δίκτυο, νοσοκομείο, σχολείο, εκκλησία, χώρους διασκέδασης, βιβλιοθήκη και ένα γήπεδο γκολφ. Απαγόρευσε το αλκοόλ, τις γυναίκες και το ποδόσφαιρο. Υπήρχαν επιθεωρητές που επέβλεπαν την τήρηση των εντολών του. Η πόλη περικυκλώθηκε από μπαρ και μπορντέλα. Το σχέδιο απέτυχε οικτρά. Η πόλη παρήγαγε λίγο καουτσούκ και ήταν όλο κακής ποιότητας. Επιπλέον, λίγα χρόνια μετά, εφευρέθηκε το τεχνητό καουτσούκ. Η πόλη έγινε πόλη -φάντασμα.

«Βασίλη, ας κάνουμε ένα βήμα πίσω και ας δούμε καλύτερα», είπε ο Πεντρένσκι. «Ο κόσμος απέκτησε άφθονο καλό καουτσούκ χάρη στην τεχνολογική ανάπτυξη, την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, όχι χάρη στην οικονομία της αγοράς, όχι χάρη στις παραγωγικές σχέσεις».

Όλη η ιστορία του βιομηχανικού καπιταλισμού από το 1800 ήταν η ίδια. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων έλυνε τα προβλήματα της φτώχειας που δημιουργούσαν οι παραγωγικές σχέσεις. Από το 1800 ο αμερικάνικος καπιταλισμός πάθαινε κρίσεις κάθε είκοσι χρόνια, καταστρεφόταν. Η χώρα γέμιζε φτωχούς. Όμως η ανάπτυξη της τεχνολογίας έκανε την ζωή των φτωχών συνέχεια πιο εύκολη, έκανε την κοινωνία συνέχεια πιο πλούσια σε υλικά αγαθά. Οι νέοι φτωχοί είχαν περισσότερα αγαθά από τους παλιούς πλούσιους.

«Και ποιός ανέπτυσε τις παραγωγικές δυνάμεις; Η οικονομία της αγοράς που διαρκώς αποτύγχανε. Αποτύγχανε στους άμεσους στόχους της. Μισούσε την ανάπτυξη της τεχνολογίας επειδή έκανε την παραγωγή πιο ακριβή. Όμως αναγκαζόταν να την πραγματοποιεί. Τελικά επιτυγχανόταν κάτι πέρα από τις επιδιώξεις».

Ο καρδινάλιος Γκράμσι φάνηκε τυχερός. Η πραγματεία του τελείωσε όταν η αμερικάνικη οικονομία κατάρρευσε. Το 1930, ο Φορντ έκλεισε τα περισσότερα εργοστάσια του. Τα κέρδη χάθηκαν. Μαζί του χάθηκαν ο ανθρωπισμός, η ηθική, τα όνειρα. Έστησε πολυβόλα στις πύλες των ανοικτών εργοστασίων του. Σε μια περίπτωση έριξαν στο πλήθος, σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν δεκάδες.

Ο Χίτλερ θαύμαζε τον Φορντ. Είχε στο γραφείο του την φωτογραφία του. Το 1938 τον κάλεσε. Του απένειμε το ανώτατο παράσημο. Μέχρι τότε το είχε πάρει μόνο ο Μουσολίνι. Ο Φορντ θαύμαζε επίσης τον Χίτλερ, ήταν ένας από τους διεθνείς υποστηρικτές του. Οι ναζί ενέταξαν τον Διεθνή Εβραίο και τα Πρωτόκολλα. στην προπαγάνδα τους. Το 1939, το Ντητρόιτ έστειλε στην Γερμανία έξι χιλιάδες μηχανές. Ήταν για τα φορτηγά που θα εισέβαλαν στην Πολωνία. 

Το 1940, ο Φορντ επιτέθηκε στους τραπεζίτες της Νέας Υόρκης. Τους κατηγόρησε ότι ήταν  «εβραίοι» και ότι «ετοίμαζαν τον νέο παγκόσμιο πόλεμο», επίσης ότι «ήταν οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι». Επιτέθηκε την στιγμή που ήθελαν οι ναζί. Όταν κηρίευσαν την Ευρώπη και την έκαναν φρούριο.

«Νομίζω ότι είχε προβλήματα με τις τράπεζες, Βασίλη», είπε ο Πεντρένσκι. «Οι πρώτοι χρηματοδότες του, τον πτώχευσαν. Οι επόμενοι πρέπει να του ρουφούσαν τα κέρδη».

Τον δέκατο ένατο αιώνα, ο κάθε επιχειρηματίας χώριζε μια κόλλα στη μέση. Έφτιαχνε δύο στήλες. Στην πρώτη έγραφε τα έξοδα. Στην απέναντι τα έσοδα. Ο καπιταλισμός όμως ήταν πόλεμος. Δεν αρκούσαν η μόρφωση, η εξυπνάδα, η προνοητικότητα, τα «μικρά εγκλήματα μεταξύ φίλων». Σαν πόλεμος γεννούσε έναν ολοένα μεγαλύτερο πόλεμο.  Γεννούνταν συνέχεια νέα απρόβλεπτα έξοδα που εξαφάνιζαν τα κέρδη. Έπρεπε να αλλάζουν οι μηχανές στα εργοστάσια. Το κράτος άρπαζε ένα ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό με φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, τέλη, και πρόστιμα. Οι επιχειρήσεις είχαν ανάγκη από ένα ολοένα μεγαλύτερο αριθμό από υπαλλήλους διαχείρισης.  

«Μόνο ο Μαρξ κατάλαβε το πρόβλημα, Βασίλη. Έγραψε ότι ο καπιταλισμός θα εξαφάνιζε τα κέρδη». Υπήρχε ένας μηχανισμός. Χρειαζόταν ένα ολοένα μεγαλύτερο κεφάλαιο για να αντληθούν τα ίδια κέρδη. Ο Μαρξ προσπάθησε να αναλύσει αυτή την διαδικασία στο  Κεφάλαιο». Ήταν παιδί του γερμανικού ρομαντισμού. Θεωρούσε ότι ο καπιταλισμός ήταν μια αμαρτία που αυτοτιμωρείτο.

Ο Φορντ περιφερόταν στις δεξιώσεις. Τον επιδείκνυαν, τον επευφημούσαν. Γλεντούσε με την αμερικάνικη διανόηση. Μα το μυαλό του ήταν κολλημένο: Τα μελλοντικά κέρδη δεν θα κάλυπταν ποτέ τα δάνεια. Το μέλλον θα έφερνε συνέχεια νέες υποχρεώσεις. Θα χρειαζόταν ακόμα περισσότερα δάνεια. Οι τραπεζίτες τον είχαν στο χέρι. Κάθονταν στα γραφεία τους και έβαζαν τους βιομήχανους και τους εμπόρους να δουλεύουν για εκείνους. Ω, πόσο μισούσε τους εβραίους!

«Θα μπορούσε να αδιαφορήσει, Βασίλη. Να πάρει το κότερό του και να φύγει. Αλλά ήταν το υπόδειγμα της προτεσταντικής ηθικής. Ήθελε ο κόσμος να του κτίσει ένα άγαλμα. Ήθελε να τον θυμούνται στους αιώνες. Όπως ακριβ΄ς ήθελαν και οι βίκινγκς πρόγονοί του». 

Θεωρούσε την Σοβιετική Ένωση δημιούργημα των ιουδαίων. Αλλά το εργοστάσιο στο Βόλγα έσωσε τον Κόκκινο Στρατό. Θαύμαζε το Χίτλερ. Η Γερμανία του έδωσε το ανώτατο παράσημό της. Αλλά τα εργοστάσια του στην Αμερική έφτιαξαν τις μηχανές των Σπιτφάιρ και των Χαρικέιν. Ήταν τα αεροπλάνα που έκαψαν τη Λουφτβάφε πάνω από το Λονδίνο. Τα ίδια εργοστάσια έφτιαξαν και κάποια από τα βομβαρδιστικά που ισοπέδωσαν τη Γερμανία. Μισούσε τους «εβραίους τραπεζίτες» και «τους πολέμους τους» αλλά έγινε συμπολεμιστής τους. Στο τέλος της ζωής του έπαθε μανία. Κατηγορούσε τους ιουδαίους για τα πάντα. Οι αμερικάνικες εφημερίδες έλεγαν ότι τρελάθηκε.

Ο Πεντρένσκι έβαλε τα γέλια. Προσπάθησε να συγκρατηθεί, άρχισε να βήχει.

 

 

11.       Ο αιώνας των Khlysty, ο υπεράνθρωπος, η Βαβέλ που έγινε θερμαινόμενη πισίνα

 

Ο ρώσος συγγραφέας πίστευε ότι εικοστός αιώνας ήταν ο αιώνας των Khlysty. Η Ρωσία πίστευε ότι η ορθοδοξία της είχε το Άγιο Πνεύμα. Ότι η ίδια είχε την ιερή αποστολή να διαδώσει τον εαυτό της. Η Αγία Αδελφότητα πίστευε ότι τα είχε όλα αυτά περισσότερο. Οι σοβιετικοί πίστευαν ότι είχαν την οργανωτική δύναμη του Λόγου και ιερή αποστολή, να διαδώσουν το σοσιαλισμό. Ο κατ’ εξοχήν κάτοχος αυτής της δύναμης ήταν το Κόμμα. Οι  αμερικάνοι πίστευαν ότι κατείχαν τις υψηλές ιδέες για ελευθερία, δημοκρατία, γενική ευημερία και ιερή αποστολή ντα τα απλώσουν στον κόσμο. Οι κατ’ εξοχήν κάτοχοι όλης αυτής της ανωτερότητας ήταν  οι “philanthropists” σαν τους George Peabody, Andrew Carnegie, John D. Rockefeller, Henry Ford, Herbert Hoover και οι  Ιππότες του Κολόμβου. Οι ναζί είχαν το πνεύμα της αρίας φιλής και ιερή αποστολή να φέρουν τη Νέα Τάξη.  Τα Ες Ες και η Εταιρεία της Θούλης είχαν περισσότερο πνεύμα.

Ο καθένας ήταν το αντίθετο αυτού που φανταζόταν. Οι Πολιτείες δεν ήταν η κοινωνία των ελεύθερων ανθρώπων. Ήταν η κοινωνία των μαζών, της ομοιομορφίας,  των ανθρώπων μηχανών. Οι πολίτες ακολουθούσαν αμέτρητες εντολές που καθόριζαν την ελάχιστη στιγμή της ζωής τους. Πνιγόντουσαν στα χρέη, το άγχος και το στρες. Χωρίζονταν επίσημα σε «νικητές» και «ηττημένους». Ο ανταγωνισμός τους έκανε να αλληλομισούνται τόσο πολύ, που πυροβολούσαν ο ένας τον άλλο στο δρόμο. Η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν η κοινωνία της ισότητας, ήταν η κοινωνία της μεγαλύτερης ανισότητας, η πιο σκληρή ταξική κοινωνία. Η Γερμανία δεν ήταν η χώρα των ηρωϊκών υπερβορείων, ήταν η χώρα των τρομαγμένων μικροαστών. Τα μυαλά τους ήταν κολλημένα στα λουκάνικα, στους κουμπαράδες και στους κινδύνους της υγείας τους. Ήταν η χώρα της μουσικής επειδή η μουσική ήταν η καλύτερη συντροφιά στην παγωμένη μοναξιά τους.

Οι Khlysty πίστευαν ότι ο κόσμος δημιουργείτο από την θέληση του υποκειμένου. Στις πύλες του Άουσβιτς και του Νταχάου, υπήρχε η επιγραφή: Arbeit macht frei. Θα την έγραψε κάποιος χεγκελιανός καθηγητής. Σήμαινε ότι οι εισερχόμενοι έπρεπε να μάθουν να εκδηλώνουν τη δημιουργική τους δύναμη.  Μόνο τότε θα γίνονταν αληθινοί άνθρωποι. Θα ενώνονταν με την κατ’ εξοχήν ανθρώπινη ουσία, την δημιουργικότητα. Όπως έγραψε κάποιος «οι εσφαλμένες αντιλήψεις του Διαφωτισμού ολοκληρώθηκαν στο Άουσβιτς». Οι ίδιες αντιλήψεις επικρατούσαν και στα μαοϊκά στρατόπεδα.

Οι Khlysty λάτρευαν τους ήρωες, τους αγίους, τους κάθε λογής υπερανθρώπους. Ήταν οι κατ’ εξοχήν κάτοχοι του Αγίου Πνεύματος, της οργανωτικής δύναμης του Λόγου, της δημιουργικής δύναμης του υποκειμένου. Τo 1937,  στην διεθνή έκθεση του Παρισιού, βραβεύτηκε η ταινία της Λένι Ρίφενσταλ Ο Θρίαμβος της Θέλησης. Εκθείαζε την άνοδο του Χίτλερ σαν αποτέλεσμα της ισχυρής του θέλησης. Την ίδια στιγμή ο Αδόλφος εθιζόταν στην καθημερινή χρήση των ναρκωτικών. Το 1939, η διεθνής έκθεση της Νέας Υόρκης ήταν αφιερωμένη στο  Κτίσιμο του Κόσμου του Αύριο και στον Υπεράνθρωπο. Ένα από τα σύμβολα της έκθεσης ήταν ο ίδιος ο  γνωστός ήρωας των κόμικς. Έκαναν και μια γιορτή, την Μέρα του Υπεράνθρωπου.

Μετά το 1930, εμφανίστηκαν οι αμερικάνικες b-movies. Οι πρώτοι ήρωες ήταν παλαιστές. Ακολούθησαν οι πυγμάχοι.  Τα φτωχόπαιδα γίνονταν πλούσια και διάσημα με την αξία του. Δυο δεκαετίες αργότερα, εμφανίστηκαν ταινίες με κινέζους που ήξεραν καράτε, τυφλούς σαμουράι, καουμπόυ εκδικητές, πρωταθλητές. Ήταν όλοι τους οι θετικοί και αισιόδοξοι ήρωες του Γκόρκι, οι γεμάτοι πνεύμα αλτρουισμού.

Η φωτογραφία ενός πύργου. Στην κορυφή του είχε ένα άγαλμα του Λένιν. «Ο πύργος δεν έγινε ποτέ», είπε ο Πεντρένσκι στο Βασίλη. «Βλέπεις ένα σχέδιο». Το 1946, το Κόμμα πίστευε ότι θα κυρίευε την Ευρώπη, ότι η Ρωσία θα γινόταν η πρώτη υπερδύναμη. Ήθελε να έχει το ψηλότερο κτίριο στον κόσμο. Να είναι ψηλότερο από το άγαλμα της Ελευθερίας και το Empire State Building. Θα έβαζαν στην κορυφή του το άγαλμα του υπερανθρώπου, εκείνου που θα κατασκεύαζε η Σοβιετική Ένωση.

Με τι όμως θα έμοιαζε ο υπεράνθρωπος; Ήταν μια λέξη που έπρεπε να γίνει εικόνα. Ήταν αδύνατον να βρουν κάποια. Κατέληξαν στο άγαλμα του Λένιν. Μα δεν ανήκε στο μέλλον, ανήκε στο παρελθόν! Μάλλον ο υπεράνθρωπος που θα έφτιαχναν θα ήταν κλώνοι του. Πήραν μερικές βαθιές ανάσες. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Άλλωστε τον λάτρευαν σαν Θεό, τον είχαν βαλσαμώσει σα να ήταν φαραώ. Το άγαλμα θα το φώτιζαν προβολείς, θα έριχναν το συγκεντρωμένο φως τους πάνω του.

Τελικά η Βαβέλ σταμάτησε. Συγχίστηκαν οι γλώσσες και οι θελήσεις. Κτίστηκαν μόνο τα θεμέλια. Λίγα χρόνια μετά, σκέφτηκαν ότι έπρεπε να τα κάνουν κάτι. Τα μετέτρεψαν σε θερμαινόμενη πισίνα. Άφησαν την είσοδο ελεύθερη. Δεν υπήρχε πουθενά κάτι ανάλογο στον κόσμο. «Η πονηρία του Λόγου, θα κάνει το ίδιο με την Βαβέλ του πολιτισμού μας», είπε ο Πεντρένσκι.


Συνεχίζεται …

Άγγελος Χ. Μπατουδάκης

 

  • ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ
  • ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ ΣΤΟ Facebook

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Item Reviewed: Ο μεγαλύτερος συγγραφέας όλων των εποχών – Άγγελος Χ. Μπατουδάκης ~ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Rating: 5 Reviewed By: SIGMA ONLINE TELEVISION